Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΔΥΣΚΟΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


Το φθινόπωρο φέτος , ήταν σχετικά ζεστό.Όχι πως αυτό είναι κάτι τόσο  σημαντικό, απλώς η λέσχη είναι καλό που αλλάζε  περιβάλλον συχνά, όπως οι δεξαμενές.Η λέσχη θα μπορούσε να έχει φτιαχτεί τυχαία, αλλά ίσως και η στιγμή να ήταν κατάλληλη γιατί εκείνη την εποχή , όλοι ζούσαν την ψευδαίσθηση του εύκολου κόσμου,που με ένα μπουκάλι ουίσκι, γινόσουν ο Ναύαρχος  που βγαίνει απο τα μπαρ του λιμανιού τρεκλίζοντας υπερήφανος.
Ο καθένας έμενε εκεί που έμενε και αυτό ήταν αρκετό.Τα υπόλοιπα ήταν στολίδια και γιρλάντες για μια καθημερινότητα, συχνά μονότονη και άγρια.Η λέσχη άφηνε ανοιχτά όλα τα  περιθώρια και τις προοπτικές, αλλά όπως όλα τα κατασκευάσματα των ανθρώπων,έδινε την εντύπωση , ίσως και την ψευδαίσθηση, ότι δεν θα εξαντληθεί ποτέ.Υπολογίζοντας χοντρικά , η λέσχη θα πρέπει να κράτησε περίπου πέντε χρόνια μαζί με τα καλοκαίρια που ήταν λίγο πιο στεγνά.
Μη φανταστεί κανείς πως μιλάμε για ομάδα με το ίδιο ντύσιμο , συναισθηματικές χειρονομίες για επίθεση ή τσούγκρισμα των ποτηριών με μπύρα.Η λέσχη ήταν περισσότερο ένα τραμπολίνο χαράς , μια σκιά ειρωνείας στον καυτό ήλιο της γύρω αδιαφορίας , που μας έκαιγε διαρκώς.Η λέσχη ήταν η κρυφή χαρά που σου έδινε η ίδια καθημερινή  διαδρομή για το απρόσμενο που θα συναντούσες.Η λέσχη μας έκανε να αντέξουμε τη μετάβαση προς το λιγότερο ανθρώπινο.
Μια ενηλικίωση μόνο για ενήλικες.Ένα αυτοσχέδιο  πλεούμενο , με τις δικές του μουσικές και τα δικά του φώτα, μέσα σε θάλασσα απο ερείπια νεοπλουτισμού και αντιασφυξιογόνες μάσκες.Ένας φοίνικας μέσα στο νεκροταφείο αυτοκινήτων.
Με την ίδια διάθεση όπως η λεπτομερής περιγραφή του στοιχήματος που έθεσε ο Φιλέας Φόγκ εκείνο το βράδυ στη Λονδρέζικη λέσχη, θα βάλω το παλιό ρολόι τσέπης ακριβώς τα μεσάνυχτα για να αρχίσει η ιστορία, όσο κρατάει ο κύκλος του μεγάλου δείκτη.Μεσάνυχτα.Σείκερ χτυπάει κοκτέηλ.Μουσική από τα ηχεία.Η λέσχη έχει ξεκινήσει να λειτουργεί, χωρίς να το γνωρίζουν  οι υπόλοιποι θαμώνες.
Στην πόλη αυτή, που  ο ρυθμός κυλάει ακανόνιστα, κάποια κλειστά μέρη  που χτίζονται σε μικρά στενά, συντηρούν μια δροσιά,όταν οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν κυριολεκτικά και μεταφορικά.Αλλιώς αφήνεσαι στη δίνη μιας κακοφτιαγμένης δόμησης , που γκριζάρει επικίνδυνα τους κροτάφους και τις πιο πολύτιμης ψυχοσύνθεσης.Που μπορεί να αλέσει και  το πιο όμορφο λουλούδι και να κάνει σε ανύποπτο χρόνο τους δρόμους να αρχίσουν τις εκρήξεις.Να κάνει τους πιο θαραλλέους να λιγώνονται για ένα λάγνο βλέμμα και τους δάσκαλους γιόγκα να ποζάρουν φιλήδονα, με Ινδική τζάγκουαρ.
Αυτή η σκοτεινή πόλη με τους υπερ-βολικούς ήρωες ,υπερασπιστές ενός φαντάσματος μιας  ελευθερίας τουριστικής.Η λέσχη , θωρακισμένη από μεγάλες κουβέντες και σοβαρές  δηλώσεις , γλεντούσε τον εαυτό της , στο κέντρο της βαθειάς νύχτας.Σαν ένα μεγάλο τραπέζι, βρίσκονταν τα μέλη αυθόρμητα κάθε βράδυ.Κάποτε σκεπτικοί , κάποτε αληθινά χαρούμενοι.Πολύχρωμο ψυγείο με δροσερά παγωτά, στην άκρη της μεγάλης λεωφόρου , χτισμένης πρόχειρα , σαν τις υποσχέσεις για αιώνιους έρωτες.Η λέσχη τα βράδια γεμάτη με κορίτσια.
 Μοναχικές πριγκήπισσες φερμένες από κάθε μέρος του γνωστού κόσμου στην πρωτεύουσα , μελαγχολικές και φιλήδονες, που κάπως υπόγεια, καταλάβαινουν την ομαδική φθορά των μεγάλων πληθυσμών και κρατούν την  τρυφερή καρδιά τους σφιχτά σαν την τσάντα τους , αργά τη νύχτα περπατώντας στον σκοτεινό δρόμο.Στις γιορτές , με μακιγιαρισμένες τις παράξενες  μέρες τους, επισκέπτονται συγγενείς και φίλους , με το κεφάλι γεμάτο με νούμερα λογαριασμών, ξεβαμμένα από το χθεσινό οινόπνευμα.
Η λέσχη γεμίζει από τέτοιες πριγκήπισσες, που καπνίζουν απανωτά στριφτά τσιγάρα ξεφυσώντας  προς τα πάνω.Ξέρουν καλά, πόσο απαλά περνάει ο κόσμος αυτός από μπροστά μας και συνεχίζουν να φτιάχνουν συμμετρικά  χείλια, να γεννούν το είδος , την ομορφιά.Συχνά δακρύζουν κρυφά όταν απλώνουν τα ρούχα τα βράδια της Κυριακής, με το φόβο μήπως το είδος μας έχει ξεπέσει σε σκέτη λαιμαργία.
Κάποιες φορές ,αφήνονται στις απογευματινές γιορτές και γίνονται ευάλωτες,σαν γυάλινο κοράλλι.Τιμή στην επιδερμίδα που λάμπει αμυδρά , πορσελάνη στις σκοτεινές καμπίνες των ναυτικών.Κινέζικη παραίσθηση από το πολύ όπιο, που ενα βράδυ περνάει  σαν χιλιάδες χρόνια.Τώρα στα τραπέζια, κάθονται άλλα πρόσωπα , που με κάποιον τρόπο, μας μοιάζουν.
Η λέσχη πλέει με σταθερή ταχύτητα μέσα στη νύχτα.

(Στους φίλους μου)